αρνητής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρνητής αρνητές
γενική αρνητή αρνητών
αιτιατική αρνητή αρνητές
κλητική αρνητή αρνητές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρνητής < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρνητής αρσενικό

  1. Ο αρνούμενος, απαρνούμενος κάτι (φρόνημα, πίστη, αίσθημα)


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]