αρνούμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρνούμαι < αρχαία ελληνική ἀρνέομαι, -οῦμαι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /aɾˈnu.mɛ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αρνούμαι, αρνιέμαι και αρνιούμαι

  1. δεν αποδέχομαι ότι κάτι είναι αληθινό
    Αρνούμαι ότι έκανα αυτά που με κατηγορούν.
  2. δεν συμφωνώ, δεν συναινώ
    Αρνούμαι να κάνω ό,τι κάνουν οι άλλοι.
    • — Θα του κάνω μια προσφορά την οποία δε μπορεί να αρνηθεί. (Ο Νονός, 1972)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]