αροτριώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αροτριώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀροτριῶ, συνήθως από την κλίση σε -άω όπως τιμάω· σπανιότερες οι καταλήξεις από την κλίση -όω (όπως δηλόω)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.ɾo.tɾiˈo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐ρο‐τρι‐ώ
Ρήμα
[επεξεργασία]αροτριώ, -άς, -ά, πρτ.: αροτριούσα, αόρ.: αροτρίωσα, παθ.φωνή: αροτριώμαι, π.αόρ.: αροτριώθηκα, μτχ.π.π.: αροτριωμένος
αροτριώ, -οίς, -οί, πρτ.: αροτριούσα, αόρ.: αροτρίωσα, παθ.φωνή: αροτριούμαι, π.αόρ.: αροτριώθηκα, μτχ.π.π.: αροτριωμένος (κλίση πληρώ, απαρχαιωμένο)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- αροτριών (μετοχή), αροτριώντα (ζώα)
- αροτριωμένος (μετοχή)
επίσης
→ και δείτε τη λέξη άροτρο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αροτριώ
|
→ δείτε τη λέξη οργώνω |
Πηγές
[επεξεργασία]- αροτριώ - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- αροτριώ (αροτρι-οίς και -άς) - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Απαρχαιωμένοι όροι (νέα ελληνικά)
- Αρχαιοπρεπείς όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)