Μετάβαση στο περιεχόμενο

αροτριώ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀροτριῶ

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αροτριώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀροτριῶ, συνήθως από την κλίση σε -άω όπως τιμάω· σπανιότερες οι καταλήξεις από την κλίση -όω (όπως δηλόω)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ɾo.tɾiˈo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αροτριώ

αροτριώ, -άς, -ά, πρτ.: αροτριούσα, αόρ.: αροτρίωσα, παθ.φωνή: αροτριώμαι, π.αόρ.: αροτριώθηκα, μτχ.π.π.: αροτριωμένος
αροτριώ, -οίς, -οί, πρτ.: αροτριούσα, αόρ.: αροτρίωσα, παθ.φωνή: αροτριούμαι, π.αόρ.: αροτριώθηκα, μτχ.π.π.: αροτριωμένος (κλίση πληρώ, απαρχαιωμένο)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

επίσης

 και δείτε τη λέξη άροτρο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]