αροτριώντα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αροτριώντα < αρχαία ελληνική ἀροτριῶντα, κλιτικός τύπος της μετοχής ἀροτριῶν με συναίρεση της κλίσης σε -άω: ἀροτριάοντα > ἀροτριῶντα
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.ɾo.tɾiˈon.da/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐ρο‐τρι‐ώ‐ντα
Κλιτικός τύπος μετοχής
[επεξεργασία]αροτριώντα (λόγιο)
- αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του αροτριών
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του αροτριών
- ιδίως στην έκφραση αροτριώντα ζώα
Πηγές
[επεξεργασία]- αροτριώντα ζώα - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας