αρπαγμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αρπαγμένος αρπαγμένη αρπαγμένο
γενική αρπαγμένου αρπαγμένης αρπαγμένου
αιτιατική αρπαγμένο αρπαγμένη αρπαγμένο
κλητική αρπαγμένε αρπαγμένη αρπαγμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αρπαγμένοι αρπαγμένες αρπαγμένα
γενική αρπαγμένων αρπαγμένων αρπαγμένων
αιτιατική αρπαγμένους αρπαγμένες αρπαγμένα
κλητική αρπαγμένοι αρπαγμένες αρπαγμένα

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αρπαγμένος

  • μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αρπάζω





Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]