αρπακτικό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρπακτικό αρπακτικά
γενική αρπακτικού αρπακτικών
αιτιατική αρπακτικό αρπακτικά
κλητική αρπακτικό αρπακτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρπακτικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αρπακτικός (επειδή αρπάζει τα θύματά του από τη θέση τους στο έδαφος ή στον αέρα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρπακτικό ουδέτερο

  1. κάθε σαρκοβόρο πουλί με γρήγορο πέταγμα και γαμψά νύχια που που κυνηγά αρπάζοντας με τα νύχια το θήραμά του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: αρπάζω

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

αρπακτικό