αρραβωνιάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρραβωνιάζω < μεσαιωνική ελληνική < ελληνιστική κοινή ἀρραβωνίζω < αρχαία ελληνική ἀρραβών

Ρήμα[επεξεργασία]

αρραβωνιάζω

  1. τελώ την τελετή του αρραβώνα
  2. υπόσχομαι να δώσω σε γάμο ένα μέλος της οικογένειάς μου·


Μεταφράσεις[επεξεργασία]