αρρυτίδωτος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αρρυτίδωτος < ελληνιστική κοινή ἀρρυτίδωτος < αρχαία ελληνική ῥυτίς
Επίθετο
[επεξεργασία]αρρυτίδωτος
- άλλη μορφή του αρυτίδωτος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αρρυτίδωτος
|