αρρωσταίνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρρωσταίνω < αρχαία ελληνική ἀρρωστῶ


Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αρρωσταίνω

  1. (αμετάβατο) προσβάλλομαι από μια αρρώστια ή ασθένεια, μου επιβαρύνει την υγεία κάποια νόσος
    το χειμώνα όλο αρρωσταίνει είτε από κρύωμα είτε από γρίπη
  2. (μεταφορικά) χάνω την καλή μου διάθεση ολοκληρωτικά
    αρρωσταίνω από τη ζήλια
  3. (μεταβατικό) γίνομαι η αιτία που χειροτερεύει η υγεία κάποιου
    πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι ο φόβος απόλυσης από τη δουλειά μάς αρρωσταίνει

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]