αρρωσταίνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αρρωσταίνω < αρχαία ελληνική ἀρρωστέω, ἀρρωστῶ, κατά μεταπλασμό σε -αίνω[1].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.ɾoˈste.no/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : αρ‐ρω‐σταί‐νω
Ρήμα
[επεξεργασία]αρρωσταίνω
- (αμετάβατο) προσβάλλομαι από μια αρρώστια ή ασθένεια, μου επιβαρύνει την υγεία κάποια νόσος
- το χειμώνα όλο αρρωσταίνει είτε από κρύωμα είτε από γρίπη
- (μεταφορικά) χάνω την καλή μου διάθεση ολοκληρωτικά
- αρρωσταίνω από τη ζήλια
- (μεταβατικό) γίνομαι η αιτία που χειροτερεύει η υγεία κάποιου
- πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι ο φόβος απόλυσης από τη δουλειά μάς αρρωσταίνει
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αρρωσταίνω
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.
Πηγές
[επεξεργασία]- αρρωσταίνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- αρρωσταίνω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)