αρσενοκοίτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρσενοκοίτης < ελληνιστική κοινή ἀρσενοκοίτης < ἄρσην + κοίτη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρσενοκοίτης αρσενικό

  • ο άντρας που κοιμάται με αρσενικούς, άνδρας που συνουσιάζεται με άνδρες, ομοφυλόφιλος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]