αρτεργάτης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aɾ.teɾˈɣa.tis/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : αρ‐τερ‐γ'α‐της
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αρτεργάτης αρσενικό (θηλυκό αρτεργάτρια)
- (επάγγελμα) ο εργαζόμενος στην παρασκευή ειδών αρτοποιίας
- ※ Συναντάμε μάλιστα περιπτώσεις μεγάλων επιχειρηματιών που συμμάχησαν ανοιχτά με το εργατικό κίνημα για την προώθησή της, όπως ο πρόεδρος της συντεχνίας αρτοποιών Φ. Ηλιόπουλος, που το 1905 είχε παροτρύνει τους αρτεργάτες να ιδρύσουν σωματείο για να διεκδικήσουν τη νομοθέτηση της αργίας της Κυριακής. (www.avgi.gr)
- ※ Οι εργαζόμενοι σε αρτοποιητικές επιχειρήσεις, αρτεργάτες - σιμιτεργάτες, οφείλουν να επιμελούνται για την καλή ποιότητα των προϊόντων που παρασκευάζουν, για την καθαριότητα αυτών και για την καλή συντήρηση των μηχανημάτων και σκευών που χρησιμοποιούν κατά την εργασία τους, καθώς επίσης και να διατηρούν τους χώρους καθαρούς και να επιμελούνται της ευπρεπούς εμφάνισής τους, φορώντας απαραιτήτως εντός του εργαστηρίου ποδιά και σκούφο. (www.taxheaven.gr)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- αρτεργατικός
- → δείτε τις λέξεις άρτος και έργο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αρτεργάτης
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- αρτεργάτης - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- αρτεργάτης - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναύτης' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα αρτ- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)