αρτηριοσκληρωτισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αρτηριοσκληρωτισμός οι αρτηριοσκληρωτισμοί
      γενική του αρτηριοσκληρωτισμού των αρτηριοσκληρωτισμών
    αιτιατική τον αρτηριοσκληρωτισμό τους αρτηριοσκληρωτισμούς
     κλητική αρτηριοσκληρωτισμέ αρτηριοσκληρωτισμοί
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρτηριοσκληρωτισμός < αρτηριοσκλήρωση + -ισμός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρτηριοσκληρωτισμός αρσενικό

  • (χωρίς εκτεταμένη χρήση) οπισθοδρομική τακτική, με βάση παρωχημένες αντιλήψεις και προσκόλληση στο παρελθόν
  • ※  Είναι γνωστός ο αρτηριοσκληρωτισμός που διακρίνει τα λεγόμενα πειθαρχικά όργανα (αθλητικοί δικαστές στην ποδοσφαιρική καθομιλουμένη) (Και κερατάς και δαρμένος, Το Βήμα, 1 Νοεμβρίου 2014)
  • ※  Η τραγική είδηση μάλλον δεν σόκαρε όσο θα έπρεπε την "αναισθητοποιημένη" από τα σοκ της ξενοφοβίας και του φασισμού ελληνική κοινωνία. Μια κοινωνία που τελεί σε κατάσταση επιδεινούμενης παραλυτικής ακαμψίας και αρτηριοσκληρωτισμού (Αν ήταν Έλληνας, θα ήταν πρώτη είδηση, Antena News, 23 Μαΐου 2014)
  • ※  Ο υπουργός Υγείας υπογραμμίζει ότι «η ομάδα αυτή είναι επικίνδυνη, είναι η σύγχρονη μορφή συντηρητισμού, αρτηριοσκληρωτισμού και αντίδρασης» και δηλώνει ότι... (Έχουμε ανάγκη στιβαρότερη διακυβέρνηση, τονίζει ο υπουργός Υγείας, 18 Φεβρουαρίου 2002)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]