αρτιμελώς
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αρτιμελώς < αρχαία ελληνική ἀρτιμελῶς < ἀρτιμελής
Επίρρημα
[επεξεργασία]αρτιμελώς
- με αρτιμέλεια
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αρτιμελώς
|
|