αρτύσιμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αρτύσιμος αρτύσιμη αρτύσιμο
γενική αρτύσιμου αρτύσιμης αρτύσιμου
αιτιατική αρτύσιμο αρτύσιμη αρτύσιμο
κλητική αρτύσιμε αρτύσιμη αρτύσιμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αρτύσιμοι αρτύσιμες αρτύσιμα
γενική αρτύσιμων αρτύσιμων αρτύσιμων
αιτιατική αρτύσιμους αρτύσιμες αρτύσιμα
κλητική αρτύσιμοι αρτύσιμες αρτύσιμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρτύσιμος < αρτύνω < αρχαία ελληνική ἀρτύνω / ἀρτύω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ar-tu- (συγγενές με το (αρχαία ελληνική ) ἀραρίσκω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αρτύσιμος, -η, -ο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]