αρχάριος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρχάριος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

αρχάριος

  • που μόλις άρχισε να μαθαίνει κάτι, πρωτόπειρος, πρωτάρης, πρωτόβγαλτος


Μεταφράσεις[επεξεργασία]