αρχαιολογία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρχαιολογία αρχαιολογίες
γενική αρχαιολογίας αρχαιολογιών
αιτιατική αρχαιολογία αρχαιολογίες
κλητική αρχαιολογία αρχαιολογίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρχαιολογία < αρχαιο- + -λογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρχαιολογία θηλυκό

  1. Η επιστήμη που ερευνεί καθετί σχετικό με τα αρχαία μνημεία

αυτήν την περίοδο σπουδάζω αρχαιολογία

2. (μτφ.) Πράγμα πολύ παλιό ή πρόσωπο πολύ προχωρημένης ηλικίας, με απαρχαιωμένες αντιλήψεις

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]