αρχαϊκός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αρχαϊκός αρχαϊκή αρχαϊκό
γενική αρχαϊκού αρχαϊκής αρχαϊκού
αιτιατική αρχαϊκό αρχαϊκή αρχαϊκό
κλητική αρχαϊκέ αρχαϊκή αρχαϊκό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αρχαϊκοί αρχαϊκές αρχαϊκά
γενική αρχαϊκών αρχαϊκών αρχαϊκών
αιτιατική αρχαϊκούς αρχαϊκές αρχαϊκά
κλητική αρχαϊκοί αρχαϊκές αρχαϊκά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρχαϊκός < αρχαία ελληνική ἀρχαϊκός ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική archaic)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αρχαϊκός, -ή, -ό

  1. παλαιικός, αρχαιοπρεπής
  2. που συμβαίνει ή ανήκει στην αρχαϊκή εποχή (περίπου 750 π.Χ. έως το 479 π.Χ.)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: προκλασικός
  3. πρωτόγονος, πρώιμος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]