αρχαϊστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αρχαϊστής οι αρχαϊστές
      γενική του αρχαϊστή των αρχαϊστών
    αιτιατική τον αρχαϊστή τους αρχαϊστές
     κλητική αρχαϊστή αρχαϊστές
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρχαϊστής < γαλλική archaïste < archaïsme < λατινική archaismus < archaismos < ελληνιστική κοινή ἀρχαϊσμός (αντιδάνειο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρχαϊστής αρσενικό (θηλυκό: αρχαΐστρια)

  • που προσπαθεί να μιμηθεί ή μιμείται την αρχαία γλώσσα (γραπτή ή προφορική)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]