Μετάβαση στο περιεχόμενο

αρχειοθέτηση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αρχειοθέτηση οι αρχειοθετήσεις
      γενική της αρχειοθέτησης* των αρχειοθετήσεων
    αιτιατική την αρχειοθέτηση τις αρχειοθετήσεις
     κλητική αρχειοθέτηση αρχειοθετήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, αρχειοθετήσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αρχειοθέτηση < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αρχειοθέτηση θηλυκό

  1. η τοποθέτηση και τακτοποίηση εγγράφων ή άλλων αντικειμένων σε ένα αρχείο
      είναι σε εξέλιξη η ψηφιοποίηση, ηλεκτρονική αρχειοθέτηση και διάθεση της συλλογής χειρόγραφων κωδίκων και ομοιοτύπων (The New griffon, Volume 9, Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών, 2007)
  2. κωδικοποιημένη ταξινόμηση προϊόντων με βάση την ονοματοδοσία τους για εύκολη εξεύρεση συναφών προϊόντων από κατάλογο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]