αρχηγός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρχηγός αρχηγοί
γενική αρχηγού αρχηγών
αιτιατική αρχηγό αρχηγούς
κλητική αρχηγέ αρχηγοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αρχηγός < αρχαία ελληνική ἀρχηγός < ἄρχω + -ηγός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /aɾ.çi.ˈɣɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αρχηγός αρσενικό ή θηλυκό

  • εκείνος που αναγνωρίζεται επίσημα ή ανεπίσημα από μια ομάδα ανθρώπων ως ηγέτης
ο αρχηγός της ποδοσφαιρικής ομάδας φορούσε τη φανέλα με το 10
τοποθετούνται από το ΚΥΣΕΑ οι νέοι αρχηγοί των Ενόπλων Δυνάμεων

32πχ Μεταφράσεις[]