αρχιεπίσκοπος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | αρχιεπίσκοπος | οι | αρχιεπίσκοποι |
| γενική | του | αρχιεπίσκοπου & αρχιεπισκόπου |
των | αρχιεπίσκοπων & αρχιεπισκόπων |
| αιτιατική | τον | αρχιεπίσκοπο | τους | αρχιεπίσκοπους & αρχιεπισκόπους |
| κλητική | αρχιεπίσκοπε | αρχιεπίσκοποι | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αρχιεπίσκοπος < (ελληνιστική κοινή) ἀρχιεπίσκοπος < ἀρχι- + ἐπίσκοπος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αρχιεπίσκοπος αρσενικό
- ο ανώτερος μεταξύ των επισκόπων μιας περιοχής, ο μητροπολίτης αυτής της περιοχής
- ο ηγέτης μιας αυτοκέφαλης Εκκλησίας ή μιας πολύ μεγάλης σε έκταση περιφέρειας που υπάγεται σε Πατριαρχείο· επίσης τίτλος του προκαθημένου της Αγγλικανικής Εκκλησίας
Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος- ※ Στη λαμπρή τελετή των Θεοφανίων ο γόνος Παπαγεωργίου έκανε το παπαδάκι κοντά στον αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο κρατώντας θυμιατό και δικηροτρίκηρα. Φωτογραφίες του τοπικού τύπου της εποχής αποτυπώνουν το δέος του εφήβου που από τότε προαλειφόταν για το ιερατείο (Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη, Η μοναξιά ενός ασυμβίβαστου: Σπυρίδων, Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, 1996-1999 εκδ. Εξάντας, 2000, σελ. 43)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αρχιεπίσκοπος
|