αρχικλέφτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αρχικλέφτης οι αρχικλέφτες
      γενική του αρχικλέφτη των αρχικλεφτών
    αιτιατική τον αρχικλέφτη τους αρχικλέφτες
     κλητική αρχικλέφτη αρχικλέφτες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρχικλέφτης < αρχι- + κλέφτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρχικλέφτης αρσενικό (θηλυκό: αρχικλέφτρα)

  1. Ο πολύ επιτήδειος κλέφτης, ο κλεφταράς

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]