Μετάβαση στο περιεχόμενο

αρχιμάγειρας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αρχιμάγειρας οι αρχιμάγειρες
      γενική του αρχιμάγειρα των αρχιμάγειρων
    αιτιατική τον αρχιμάγειρα τους αρχιμάγειρες
     κλητική αρχιμάγειρα αρχιμάγειρες
Και λογιότερη γενική πληθυντκού «των αρχιμαγείρων» από το αρχιμάγειρος.
Κατηγορία όπως «βαρύμαγκας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αρχιμάγειρας < αρχιμάγειρος, με μεταπλασμό σε -ας, κατά τo μάγειρος > μάγειρας[1][2] Μορφολογικά αναλύεται σε αρχι- + μάγειρας

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ar.çiˈma.ʝi.ras/
τυπογραφικός συλλαβισμός : αρ‐χι‐μά‐γει‐ρας

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αρχιμάγειρας αρσενικό (θηλυκό αρχιμαγείρισσα)

  • (μαγειρική, επάγγελμα) λιγότερο λόγια μορφή του αρχιμάγειρος
    ※  Θυμάμαι ότι κάποια στιγμή, μας φέρανε ποσότητες από κρέατα. Ήταν, προφανώς, από κάποιο κρεοπωλείο. Βάλαμε, τότε, το νεαρό αρχιμάγειρα, τεμάχισε το κρέας σε μικρά κομμάτια κι αρχίσαμε να μοιράζουμε σουβλάκια. (Γιώργος Γάτος, Πολυτεχνείο'73, εκδ. Φιλιππότη, 2002, σελ. 232)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ αρχιμάγειρας - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. ↑ αρχιμάγειρας -  Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας