αρχισωματοφύλακας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αρχισωματοφύλακας < αρχι- + σωματοφύλακας
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αρχισωματοφύλακας αρσενικό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- αρχισωματοφύλακας - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας