αρχοντόπουλο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρχοντόπουλο αρχοντόπουλα
γενική αρχοντόπουλου αρχοντόπουλων
αιτιατική αρχοντόπουλο αρχοντόπουλα
κλητική αρχοντόπουλο αρχοντόπουλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρχοντόπουλο < άρχοντας+υποκ. καταλ. -πουλο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρχοντόπουλο ουδέτερο

  1. Το παιδί τού άρχοντα ή του πλουσίου

χτες στη δεξίωση, είδα το αρχοντόπουλο τού βασιλιά

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]