αρωματικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀρωματικός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αρωματικός αρωματική αρωματικό
γενική αρωματικού αρωματικής αρωματικού
αιτιατική αρωματικό αρωματική αρωματικό
κλητική αρωματικέ αρωματική αρωματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αρωματικοί αρωματικές αρωματικά
γενική αρωματικών αρωματικών αρωματικών
αιτιατική αρωματικούς αρωματικές αρωματικά
κλητική αρωματικοί αρωματικές αρωματικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρωματικός < ελληνιστική κοινή ἀρωματικός < αρχαία ελληνική ἄρωμα < ἀρόω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂erh₃- (οργώνω) (2. (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική aromatic)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ro.ma.ti.'kos/

Επίθετο[επεξεργασία]

αρωματικός, -ή, -ό

  1. που έχει και αναδίδει ωραίο άρωμα
     συνώνυμα: αρωματισμένος, αρωματώδης, μυρωδάτος, μυρωδικός
  2. (χημεία) είδος χημικής οργανικής ένωσης
  3. (ουσιαστικοποιημένο) αρωματικά: ουσία (φυσική ή τεχνητή) που αρωματίζει

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]