ασήμι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασήμι < → λείπει η ετυμολογία
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ασήμι ασήμια
γενική ασημιού ασημιών
αιτιατική ασήμι ασήμια
κλητική ασήμι ασήμια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ασήμι ουδέτερο

  1. πολύτιμο μέταλλο, ο άργυρος, ή ό,τι είναι από άργυρο

συχνά φοράει κοσμήματα φτιαγμένα από ασήμι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]