ασαβούρωτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ασαβούρωτος ασαβούρωτη ασαβούρωτο
γενική ασαβούρωτου ασαβούρωτης ασαβούρωτου
αιτιατική ασαβούρωτο ασαβούρωτη ασαβούρωτο
κλητική ασαβούρωτε ασαβούρωτη ασαβούρωτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ασαβούρωτοι ασαβούρωτες ασαβούρωτα
γενική ασαβούρωτων ασαβούρωτων ασαβούρωτων
αιτιατική ασαβούρωτους ασαβούρωτες ασαβούρωτα
κλητική ασαβούρωτοι ασαβούρωτες ασαβούρωτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασαβούρωτος < α- + σαβουρώνω + -τος < σαβουρώνω < σαβούρα < μεσαιωνική ελληνική σαβούρα < λατινική saburra < sabulum < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *sámh₂dʰos < *sem-

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ασαβούρωτος, -η, -ο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]