ασβέστιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

  • Χημικό στοιχείο: Ca
  • Ατομικός αριθμός : 20
  • Προηγούμενο = K
  • Επόμενο = Sc
Δείτε επίσης: Περιοδικός πίνακας των στοιχείων

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασβέστιο < ελληνιστική κοινή ἀσβέστιον < αρχαία ελληνική ἄσβεστος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ασβέστιο ουδέτερο

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ασβέστιο τα ασβέστια
      γενική του ασβεστίου
& ασβέστιου
των ασβεστίων
& ασβέστιων
    αιτιατική το ασβέστιο τα ασβέστια
     κλητική ασβέστιο ασβέστια
Συνήθως στον ενικό.
όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]