ασβεστού

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ασβεστού οι ασβεστούδες
      γενική της ασβεστούς των ασβεστούδων
    αιτιατική την ασβεστού τις ασβεστούδες
     κλητική ασβεστού ασβεστούδες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασβεστού < ασβεστάς + κατάληξη θηλυκού -ού

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ασβεστού θηλυκό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]