ασβός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ασβός ασβοί
γενική ασβού ασβών
αιτιατική ασβό ασβούς
κλητική ασβέ ασβοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασβός < μεσν. ασβός (μακεδ. γιάσβους), που ανάγεται στο σλαβ. jasvo.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

AmericanBadger.JPG

ασβός αρσενικό

  • παμφάγο θηλαστικό ζώο της οικογένειας Mustelidae, νυκτόβιο, με σκληρά νύχια στα μπροστινά του πόδια για σκάψιμο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]