ασετόν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασετόν < γαλλική acétone

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ασετόν ουδέτερο άκλιτο

  1. διαλυτικό υγρό που χρησιμοποιείται για να βγει το βερνίκι των νυχιών

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]