Μετάβαση στο περιεχόμενο

ασθενώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ασθενώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀσθενῶ, ἀσθενέω[1][2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.sθeˈno/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ασθενώ

ασθενώ, πρτ.: ασθενούσα, στ.μέλλ.: θα ασθενήσω, αόρ.: ασθένησα

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ασθενώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. ασθενώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)