ασιανολογία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ασιανολογία οι ασιανολογίες
      γενική της ασιανολογίας των ασιανολογιών
    αιτιατική την ασιανολογία τις ασιανολογίες
     κλητική ασιανολογία ασιανολογίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασιανολογία < ασιανολόγος< ασιανός+λέγω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ασιανολογία θηλυκό

  1. επιστήμη που ερευνά τον πολιτισμό, την ιστορία και τη γλώσσα των λαών τής Ασίας

ασχολείται με την ασιανολογία και τώρα βρίσκεται σε ένα ταξίδι στο Θιβέτ

Μεταφράσεις[επεξεργασία]