Μετάβαση στο περιεχόμενο

ασιανολόγε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

ασιανολόγε αρσενικό ή θηλυκό