ασιανολόγος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο/η ασιανολόγος οι ασιανολόγοι
γενική του/της ασιανολόγου των ασιανολόγων
αιτιατική τον/την ασιανολόγο τους/τις ασιανολόγους
κλητική ασιανολόγε ασιανολόγοι
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασιανολόγος < ασιανός+ -λόγος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ασιανολόγος αρσενικό ή θηλυκό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]