ασιανολόγος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η ασιανολόγος οι ασιανολόγοι
      γενική του/της ασιανολόγου των ασιανολόγων
    αιτιατική τον/την ασιανολόγο τους/τις ασιανολόγους
     κλητική ασιανολόγε ασιανολόγοι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασιανολόγος < ασιανός + -λόγος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ασιανολόγος αρσενικό ή θηλυκό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]