ασκητής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ασκητής ασκητές
γενική ασκητή ασκητών
αιτιατική ασκητή ασκητές
κλητική ασκητή ασκητές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασκητής < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ασκητής αρσενικό

  1. ερημίτης, καλόγερος, που ζει με στερήσεις, μακριά από τον κόσμο
  2. (μτφ.) που ζει λιτά και μοναχικά

δεν τον έχει δει ψυχή εδώ και χρόνια, αφού ζει σαν ασκητής σε ένα απομονωμένο μέρος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]