ασκητισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ασκητισμός ασκητισμοί
γενική ασκητισμού ασκητισμών
αιτιατική ασκητισμό ασκητισμούς
κλητική ασκητισμέ ασκητισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασκητισμός < ασκητής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ασκητισμός αρσενικό

  1. η επιδίωξη τής ψυχικής τελειότητας με καθυπόταξη των φυσικών ορμών και καταπόνηση τού σώματος
  2. (μτφ.) ζωή στερημένη, χωρίς υλικές χαρές


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]