ασκορδούλακας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ασκορδούλακας ασκορδούλακες
γενική ασκορδούλακα ασκορδουλάκων
αιτιατική ασκορδούλακα ασκορδούλακες
κλητική ασκορδούλακα ασκορδούλακες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασκορδούλακας < α- (αθροιστικό) + σκόρδο + λάκκος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ασκορδούλακας αρσενικό, πληθυντικός ασκορδούλακες ή ασκορδουλάκοι

  1. (βοτανική) (κρητική διάλεκτος) (ιδιωματικό): ο βολβός, ο υπόγειος βλαστός του φυτού muscari comosum, γνωστός από την αρχαιότητα, από τον οποίο παρασκευάζονται τουρσιά και σχετικές σαλάτες, ιδιαίτερα στην Κρήτη.

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • η ονομασία προέρχεται από το γεγονός ότι μοιάζει με σκόρδο που βρίσκεται μέσα σε λάκκο που πρέπει να σκάψεις για να το συλλέξεις.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]