ασκούφωτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ασκούφωτος ασκούφωτη ασκούφωτο
γενική ασκούφωτου ασκούφωτης ασκούφωτου
αιτιατική ασκούφωτο ασκούφωτη ασκούφωτο
κλητική ασκούφωτε ασκούφωτη ασκούφωτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ασκούφωτοι ασκούφωτες ασκούφωτα
γενική ασκούφωτων ασκούφωτων ασκούφωτων
αιτιατική ασκούφωτους ασκούφωτες ασκούφωτα
κλητική ασκούφωτοι ασκούφωτες ασκούφωτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασκούφωτος < α- + σκούφια + -ωτος < μεσαιωνική ελληνική σκούφια / σκουφία < ιταλική scuffia < cuffia < λατινική cofia / cofea / cuffa / cuphia (κράνος, κουκούλα) < αρχαία φραγκικά *kuf(f)ja ‎(κόμμωση) < πρωτογερμανικά *kupjō ‎(κουκούλα, σκούφος)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

  1. που δε φορά σκούφο
  2. (μεταφορικά) χωρίς προφυλακτικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]