ασουρούπωτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ασουρούπωτα < α- + σουρουπώνει + τα

Επίρρημα

[επεξεργασία]

ασουρούπωτα

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]