ἀσπίς
Εμφάνιση
(Ανακατεύθυνση από ασπίς)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | ἀσπίς | αἱ | ἀσπίδες |
| γενική | τῆς | ἀσπίδος | τῶν | ἀσπίδων |
| δοτική | τῇ | ἀσπίδῐ | ταῖς | ἀσπίσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὴν | ἀσπίδᾰ | τὰς | ἀσπίδᾰς |
| κλητική ὦ! | ἀσπίς* | ἀσπίδες | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἀσπίδε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἀσπίδοιν | ||
| Με βραχύ γιώτα στο θέμα -ίς -ίδος. * Κατά τη Γραμματική του Smyth, η κλητική ενικού χωρίς το -ς | ||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'πατρίς' όπως «πατρίς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἀσπίς < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἀσπίς, -ίδος θηλυκό
- (οπλισμός) ασπίδα
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 1 (Κλειώ), 194
- ἀλλ᾽ ἀσπίδος τρόπον κυκλοτερέα ποιήσαντες
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 1 (Κλειώ), 194
- (φίδι) φαρμακερό φίδι
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 4 (Μελπομένη), 191
- (κουζινικά) στρογγυλό ρηχό κύπελλο
- (κόσμημα) κόσμημα σε σχήμα φιδιού
Συγγενικά
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- τίθεμαι τὰς ἀσπίδας (υπηρετώ στον στρατό/καταθέτω τα όπλα)
- ἐπ' ἀσπίδας πέντε καὶ εἴκοσι... ἐτάξαντο (παρατάχθηκαν σε βάθος είκοσι πέντε ανδρών)
- τρὶς ἂν παρ' ἀσπίδα στῆναι θέλοιμ' ἄν (θα προτιμούσα τρεις φορές να μπω στη μάχη (παρά να γεννήσω μια φορά))
- ἀσπίδα ἀναδέχομαι (υψώνω την ασπίδα δίνοντας το σήμα για τη μάχη)
Πηγές
[επεξεργασία]- ἀσπίς - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἀσπίς - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'πατρίς' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πατρίς' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Οπλισμός (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ηρόδοτο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Φίδια (αρχαία ελληνικά)
- Ζώα (αρχαία ελληνικά)
- Κουζινικά (αρχαία ελληνικά)
- Κοσμήματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)