Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀσπίς

Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από ασπίς)

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀσπίς αἱ ἀσπίδες
      γενική τῆς ἀσπίδος τῶν ἀσπίδων
      δοτική τῇ ἀσπίδ ταῖς ἀσπίσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν ἀσπίδ τὰς ἀσπίδᾰς
     κλητική ! ἀσπίς* ἀσπίδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀσπίδε
γεν-δοτ τοῖν  ἀσπίδοιν
Με βραχύ γιώτα στο θέμα -ίς -ίδος.
* Κατά τη Γραμματική του Smyth, η κλητική ενικού χωρίς το
3η κλίση, Κατηγορία 'πατρίς' όπως «πατρίς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀσπίς < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀσπίς, -ίδος θηλυκό

  1. (οπλισμός) ασπίδα
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 1 (Κλειώ), 194
    ἀλλ᾽ ἀσπίδος τρόπον κυκλοτερέα ποιήσαντες
  2. (φίδι) φαρμακερό φίδι
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 4 (Μελπομένη), 191
    οἱ ἐλέφαντές τε καὶ ἄρκτοι καὶ ἀσπίδες τε καὶ ὄνοι οἱ τὰ κέρεα ἔχοντες καὶ οἱ κυνοκέφαλοι καὶ οἱ ἀκέφαλοι οἱ ἐν τοῖσι στήθεσι τοὺς ὀφθαλμοὺς ἔχοντες, ὡς δὴ λέγονταί γε ὑπὸ Λιβύων, καὶ οἱ ἄγριοι ἄνδρες καὶ γυναῖκες ἄγριαι, καὶ ἄλλα πλήθεϊ πολλὰ θηρία
  3. (κουζινικά) στρογγυλό ρηχό κύπελλο
  4. (κόσμημα) κόσμημα σε σχήμα φιδιού

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]