ασπιρίνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ασπιρίνη ασπιρίνες
γενική ασπιρίνης ασπιρινών
αιτιατική ασπιρίνη ασπιρίνες
κλητική ασπιρίνη ασπιρίνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ασπιρίνη < γαλλική aspirine < γερμανική Aspirin

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.spi.ˈɾi.ni/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ασπιρίνη θηλυκό

  1. (φαρμακευτική): φαρμακευτικό σκεύασμα που έχει ως δραστική ουσία το ακετυλοσαλικυλικό οξύ, με αναλγητική, αντιπυρετική κι αντιφλεγμονώδη δράση
  2. το ένα δισκίο ασπιρίνης
    πήρα μία ασπιρίνη για τον πονοκέφαλο
  3. (μεταφορικά) ελαφρά θεραπεία ή ήπιο μέτρο αντιμετώπισης ενός προβλήματος
    προσπαθεί να λύσει το οικονομικό του πρόβλημα με ασπιρίνες

32πχ Μεταφράσεις[]