ασπροπάρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ασπροπάρι τα ασπροπάρια
      γενική του ασπροπαριού των ασπροπαριών
    αιτιατική το ασπροπάρι τα ασπροπάρια
     κλητική ασπροπάρι ασπροπάρια
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασπροπάρι < *ασπογυπάρι < ελληνιστική κοινή ἄσπρος (< λατινική asper) + αρχαία ελληνική γυπάριον, υποκοριστικό του γύψ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ασπροπάρι ουδέτερο

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]