ασπρορουχού

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ασπρορουχού ασπρορουχούδες
γενική ασπρορουχούς ασπρορουχούδων
αιτιατική ασπρορουχού ασπρορουχούδες
κλητική ασπρορουχού ασπρορουχούδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασπρορουχού < ασπρόρουχα + -ού

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ασπρορουχού θηλυκό

  1. (παρωχημένο) κοπέλα που έραβε ασπρόρουχα
  2. (λαϊκότροπο) κλέφτρα ασπρόρουχων από αυλές
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μπουγαδοκλέφτρα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]