αστάθεια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αστάθεια αστάθειες
γενική αστάθειας ασταθειών
αιτιατική αστάθεια αστάθειες
κλητική αστάθεια αστάθειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αστάθεια < μεταγενέστερη ελληνική ἀστάθεια

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈsta.θi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αστάθεια θηλυκό

  • η έλλειψη σταθερότητας ενός αντικειμένου, όταν είναι ακίνητο ή κατά την κίνησή του
    είχε μια αστάθεια στο βάδισμά του
  • η κατάσταση κατά την οποία ένα σύστημα γνωρίζει συνεχείς και απρόβλεπτες αλλαγές
    η κατάσταση της υγείας του χαρακτηρίζεται από αστάθεια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]