Μετάβαση στο περιεχόμενο

αστάτιο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αστάτιο τα αστάτια
      γενική του αστάτιου των αστάτιων
    αιτιατική το αστάτιο τα αστάτια
     κλητική αστάτιο αστάτια
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αστάτιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική astate + -ιο < αρχαία ελληνική ἄστατος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αστάτιο ουδέτερο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • άστατο - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)