αστακός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

αστακός στο πιάτο
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αστακός αστακοί
γενική αστακού αστακών
αιτιατική αστακό αστακούς
κλητική αστακέ αστακοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αστακός < αρχαία ελληνική ἀστακός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.sta.ˈkɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αστακός αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κόκκινος σαν αστακός: άνθρωπος που κοκκινίζει πολύ από ντροπή ή θυμό ή έχει πάρα πολύ κόκκινο δέρμα
  • οπλισμένος σαν αστακός: πάνοπλος, βαριά οπλισμένος

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]