ασταμάτητος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ασταμάτητος ασταμάτητη ασταμάτητο
γενική ασταμάτητου ασταμάτητης ασταμάτητου
αιτιατική ασταμάτητο ασταμάτητη ασταμάτητο
κλητική ασταμάτητε ασταμάτητη ασταμάτητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ασταμάτητοι ασταμάτητες ασταμάτητα
γενική ασταμάτητων ασταμάτητων ασταμάτητων
αιτιατική ασταμάτητους ασταμάτητες ασταμάτητα
κλητική ασταμάτητοι ασταμάτητες ασταμάτητα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασταμάτητος < α- (στερητικό) + σταματώ + -τος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.sta.'ma.ti.tos/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ασταμάτητος, -η, -ο

  • που δε σταμάτησε, δε σταματάει ή δεν μπορεί κανείς να τον σταματήσει
    μόλις χάλασαν τα φρένα τού αυτοκινήτου, το όχημα ήταν πια ασταμάτητο

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]