αστερισμοί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

αστερισμοί αρσενικό

  1. αστερισμός, στην ονομαστική και την κλητική του πληθυντικού